Παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος

Η παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος είναι μια ενέργεια της Κεντρικής Τράπεζας μιας χώρας σε ένα νόμισμα για τον έλεγχο της συναλλαγματικής ισοτιμίας της σε σχέση με άλλα νομίσματα, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική υποτίμηση αυτού του νομίσματος και, ως εκ τούτου, να δημιουργηθεί ένα κλίμα γενικής δυσπιστίας σχετικά με το κατάσταση της οικονομίας αυτής της χώρας ή της οικονομικής ζώνης.

Παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος

Υπάρχουν και άλλα επιχειρήματα για τον έλεγχο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, όπως ο έλεγχος του πληθωρισμού, των επιτοκίων και του κόστους χρηματοδότησης, καθώς και η εύνοια της εξαγωγικής δραστηριότητας και του εμπορικού ισοζυγίου.

Όλες αυτές οι παρεμβάσεις εντάσσονται στη νομισματική πολιτική μιας χώρας ή μιας οικονομικής ζώνης και έχουν ως κύριο σκοπό τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των επενδυτών δεδομένου ότι οι αγορές καθοδηγούνται από προσδοκίες.

Για παράδειγμα, στην Ευρώπη, η Κεντρική Τράπεζα είναι η ΕΚΤ, η οποία έχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος για να ελέγχει τα αποθεματικά σε άλλα νομίσματα και, ιδιαίτερα, τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι άλλων. Αν και είναι αλήθεια, ότι η πιο ελεγχόμενη ισοτιμία είναι η συναλλαγματική ισοτιμία EurUsd ή EurChf.

Δύο παραδείγματα παρέμβασης στην αγορά συναλλάγματος

  1. Μία από τις μεγαλύτερες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών έχει πραγματοποιήσει η Ελβετία στην ισοτιμία EurChf στο όριο της βέλτιστης συναλλαγματικής ισοτιμίας της που βρίσκεται στο 1,20 μέσω της παρέμβασης της Κεντρικής της Τράπεζας από το 2011.

Πραγματοποιήθηκε μέσω της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης με αγοραπωλησίες ελβετικών φράγκων και διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στο επίπεδο 1,19-1,20 προκειμένου να ελεγχθούν τα μακροοικονομικά μεγέθη της. Η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε τη μέγιστη ιστορική ποσότητα προσφοράς και ζήτησης της συναλλαγματικής της ισοτιμίας σε σχέση με το ευρώ και μπορούσε να παίξει με αυτή τη μεταβλητή για να λειτουργήσει στην αγορά, διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, δεδομένου ότι γνώριζε τον συνολικό όγκο της προσφοράς που ήταν στην αγορά, καθώς οι θέσεις των επενδυτών φιλτράρονταν και καλύπτονταν εάν ήταν πολύ μεγάλες, ώστε να μην υπάρξει σημαντική ανισορροπία στη συναλλαγματική ισοτιμία, γι’ αυτό, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας είχε μεγάλα αποθέματα χρήματος στο συνάλλαγμα αυτά τα δύο νομίσματα. Ως εκ τούτου, η Κεντρική Τράπεζα και οι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που συνδέονται με αυτήν ήταν αυτοί που τοποθέτησαν και εκτόπισαν θέσεις σε χαρτοφυλάκια ελβετικών φράγκων στην ισοτιμία τους με το ευρώ.

EUR CHF

2. Ένα άλλο παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στην Αργεντινή από το 2011, που προκαλείται ως συνέπεια της διαφοράς μεταξύ της επίσημης συναλλαγματικής ισοτιμίας και της ισοτιμίας του δρόμου, ή ονομάζεται επίσης μπλε ισοτιμία συναλλάγματος, η οποία προκάλεσε σημαντική υποτίμηση του πέσο Αργεντινής (βλ. σύσταση για τη συναλλαγματική ισοτιμία).

Υπάρχουν, λοιπόν, διαφορετικά μοντέλα παρέμβασης στην αγορά συναλλάγματος και όλα έχουν σκοπό την προστασία του εθνικού νομίσματος αφού μπορούν να μειώσουν την αξία του και να ευνοήσουν την καθοδική του κερδοσκοπία.

Ο συντάκτης προτείνει:

  • Μετοχές συναλλάγματος
  • Μετατροπέας νομίσματος